Αρχείο

Ρήματα

 

Με γνωρίσατε παιδιά! Με λένε Ρήμα. 
Ρήματα είναι οι λέξεις που μας δείχνουν 
τι κάνω, π.χ. Παίζω 
τι παθαίνω π.χ. Καταστρέ...Τα ρήματα έχουν δύο φωνές 
Ανήκουν τα ρήματα 
που τελειώνουν σε 
(-ω). 
π.χ. τρέχω, γελώ, 
κερδίζω, πλένω 
Ανήκουν τα ρήμα...Τα ρήματα έχουν δύο αριθμούς τον: ενικό αριθμό και 
τον πληθυντικό αριθμό. 
Τα ρήματα για να κλιθούν χρησιμοποιούν τα τρία...Τα ρήματα δεν κλίνονται με τον ίδιο τρόπο . 
Ανάλογα με τον τρόπο που κλίνονται χωρίζονται σε 
δύο μεγάλες κατηγορίες που ...

Τα ρήματα της β΄ συζυγίας χωρίζονται σε δύο τάξεις . 
Στην πρώτη τάξη ανήκουν τα ρήματα που τελειώνουν σε -ώ (-άω), - 
άς,...

Στη δεύτερη τάξη ανήκουν τα ρήματα που τελειώνουν σε –ώ, -είς, -εί 
ΔΕΥΤΕΡΗ ΤΑΞΗ 
Ενεργητική φωνή 
Ενεστώτας Παρατατικός 
...

Πηγή εικόνων: https://www.slideshare.net/alexadra71/ss-38252906

Advertisements

Παροιμίες και ρητά

Αποτέλεσμα εικόνας για φλεβαρη αντιο

Πηγή: dreamskindergarten

Σχετική εικόνα

Πηγή: iliadisilias.blogspot.com

Σχετική εικόνα

Πηγή: voltastoneiro.blogspot.com

Σχετική εικόνα

Πηγή: pinterest.com

Αποτέλεσμα εικόνας για φλεβαρη ρητα

Πηγή: http://voltastoneiro.blogspot.gr/

Αποτέλεσμα εικόνας για φλεβαρη ρητα

Πηγή: http://www.athensmagazine.gr/

Η κλίση του ρήματος στα Νέα Ελληνικά

Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
λύν-ω
λύν-εις
λύν-ει
λύν-ουμεή λύν-ομε
λύν-ετε
λύν-ουν(ε)
να λύν-ω
να λύν-εις
να λύν-ει
να λύν-ουμε ή λύν-ομε
να λύν-ετε
να λύν-ουν(ε)
λύν-ε

λύν-ετε

λύν-οντας
έλυν-α
έλυν-ες
έλυν-ε
λύν-αμε
λύν-ατε
έλυν-αν / λύνανε
να έλυν-α
να έλυν-ες
να έλυν-ε
να λύν-αμε
να λύν-ατε
να έλυν-αν / λύνανε
θα λύν-ω
θα λύν-εις
θα λύν-ει
θα λύν-ουμε ή λύν-ομε
θα λύν-ετε
θα λύν-ουν(ε)
έλυσ-α
έλυσ-ες
έλυσ-ε
λύσ-αμε
λύσ-ατε
έλυσ-αν / λύσανε
να λύσ-ω
να λύσ-εις
να λύσ-ει
να λύσ-ουμε info
να λύσ-ετε
να λύσ-ουν(ε)
να έλυσ-α
να έλυσ-ες
να έλυσ-ε
να λύσ-αμε
να λύσ-ατε
να έλυσ-αν
λύσ-ε

λύ-στε

λύσ-ει
θα λύσ-ω
θα λύσ-εις
θα λύσ-ει
θα λύσ-ουμε ή λύσ-ομε
θα λύσ-ετε
θα λύσ-ουν(ε)
έχω λύσ-ει ή έχω λυμένο
έχεις λύσ-ει ή έχεις λυμένο
έχει λύσ-ει ή έχει λυμένο
έχουμε λύσ-ει ή έχουμε λυμένο
έχετε λύσ-ει ή έχετε λυμένο
έχουν λύσ-ει ή έχουν λυμένο
να έχω λύσ-ει ή να έχω λυμένο
να έχεις λύσ-ει ή να έχεις λυμένο
να έχει λύσ-ει ή να έχει λυμένο
να έχουμε λύσ-ει ή να έχουμε λυμένο
να έχετε λύσ-ει ή να έχετε λυμένο
να έχουν λύσ-ει ή να έχουν λυμένο
είχα λύσ-ει ή είχα λυμένο
είχες λύσ-ει ή είχες λυμένο
είχε λύσ-ει ή είχε λυμένο
είχαμε λύσ-ει ή είχαμε λυμένο
είχατε λύσ-ει ή είχατε λυμένο
είχαν λύσ-ει ή είχαν(ε) λυμένο
να είχα λύσ-ει ή να είχα λυμένο
να είχες λύσ-ει ή να είχες λυμένο
να είχε λύσ-ει ή να είχε λυμένο
να είχαμε λύσ-ει ή να είχαμε λυμένο
να είχατε λύσ-ει ή να είχατε λυμένο
να είχαν λύσ-ει ή να είχαν(ε) λυμένο
θα έχω λύσ-ει ή θα έχω λυμένο
θα έχεις λύσ-ει ή θα έχεις λυμένο
θα έχει λύσ-ει ή θα έχει λυμένο
θα έχουμε λύσ-ει ή θα έχουμε λυμένο
θα έχετε λύσ-ει ή θα έχετε λυμένο
θα έχουν λύσ-ει ή θα έχουν(ε) λυμένο

Α’ συζυγία, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
λύν-ομαι
λύν-εσαι
λύν-εται
λυν-όμαστε
λύν-εστε ή λυν-όσαστε
λύν-ονται
να λύν-ομαι
να λύν-εσαι
να λύν-εται
να λύν-όμαστε
να λύν-εστε ή να λυν-όσαστε
να λύν-ονται
(λύν-ου)

(λύν-εστε)

λυν-όμουν (α)
λυν-όσουν(α)
λυν-όταν(ε)
λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
να λυν-όμουν(α)
να λυν-όσουν(α)
να λυν-όταν(ε)
να λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
να λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
να λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
θα λύν-ομαι
θα λύν-εσαι
θα λύν-εται
θα λυν-όμαστε
θα λύν-εστε ή λυν-όσαστε
θα λύν-ονται
λύ-θη-κα
λύ-θη-κες
λύ-θη-κε
λυ-θή-καμε
λυ-θή-κατε
λύ-θη-καν(ε)
να λυθ-ώ
να λυθ-είς
να λυθ-εί
να λυθ-ούμε
να λυθ-είτε
να λυθ-ούν(ε)
λύσ-ου

λυ-θείτε

λυ-θεί
θα λυθ-ώ
θα λυθ-είς
θα λυθ-εί
θα λυθ-ούμε
θα λυθ-είτε
θα λυθ-ούν(ε)
έχω λυ-θεί ή είμαι λυμένος, η, ο
έχεις λυ-θεί ή είσαι λυμένος, η, ο
έχει λυ-θεί ή είναι λυμένος, η, ο
έχουμε λυ-θεί ή είμαστε λυμένοι, ες, α
έχετε λυ-θεί ή είστε λυμένοι, ες, α
έχουν λυ-θεί ή είναι λυμένοι, ες, α
να έχω λυ-θεί ή να είμαι λυμένος, η, ο
να έχεις λυ-θεί ή να είσαι λυμένος, η, ο
να έχει λυ-θεί ή να είναι λυμένος, η, ο
να έχουμε λυ-θεί ή να είμαστε λυμένοι, ες, α
να έχετε λυ-θεί ή να είστε λυμένοι, ες, α
να έχουν λυ-θεί  ή να είναι λυμένοι, ες, α
λυμένος, η, ο
είχα λυ-θεί ή ήμουν λυμένος, η, ο
είχες λυ-θεί ή ήσουν λυμένος, η, ο
είχε λυ-θεί ή ήταν λυμένος, η, ο
είχαμε λυ-θεί ή ήμασταν λυμένοι, ες, α
είχατε λυ-θεί ή ήσασταν λυμένοι, ες, α
είχαν λυ-θεί ή ήταν λυμένοι, ες, α
να είχα λυ-θεί ή να ήμουν(α) λυμένος, η, ο
να είχες λυ-θεί ή να ήσουν(α) λυμένος, η, ο
να είχε λυ-θεί ή να ήταν λυμένος, η, ο
να είχαμε λυ-θεί ή να ήμαστε λυμένοι, ες, α
να είχατε λυ-θεί ή να ήσαστε λυμένοι, ες, α
να είχαν λυ-θείή να ήταν λυμένοι, ες, α
θα έχω λυ-θεί ή θα ήμουν λυμένος, η, ο
θα έχεις λυ-θεί ή θα ήσουν λυμένος, η, ο
θα έχει λυ-θεί ή θα ήταν λυμένος, η, ο
θα έχουμε λυ-θεί ή θα ήμασταν λυμένοι, ες, α
θα έχετε λυ-θεί ή θα ήσασταν λυμένοι, ες, α
θα έχουν λυ-θεί ή θα ήταν λυμένοι, ες, α

Β΄ συζυγία, α’ τάξη, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
χτυπ-ώή χτυπάω
χτυπ-άς
χτυπ-άή χτυπάει
χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
χτυπ-άτε
χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
να χτυπ-ώή χτυπάω
να χτυπ-άς
να χτυπ-ά ή χτυπάι
να χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
να χτυπ-άτε
να χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
χτύπ-α

χτυπ-άτε

χτυπ-ώντας
χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
να χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
να χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
να χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
να χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
να χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
να χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
θα χτυπ-ώ ή χτυπάω
θα χτυπ-άς
θα χτυπ-ά ή χτυπάει
θα χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
θα χτυπ-άτε
θα χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
χτύπ-ησα
χτύπ-ησες
χτύπ-ησε
χτυπ-ήσαμε
χτυπ-ήσατε
χτύπ-ησαν ή χτυπ-ήσανε
να χτυπ-ήσω
να χτυπ-ήσεις
να χτυπ-ήσει
να χτυπ-ήσουμε
να χτυπ-ήσετε
να χτυπ-ήσουν(ε)
χτύπ-ησε

χτυπ-ήστε

χτυπ-ήσει
θα χτυπ-ήσω
θα χτυπ-ήσεις
θα χτυπ-ήσει
θα χτυπ-ήσουμε
θα χτυπ-ήσετε
θα χτυπ-ήσουν(ε)
έχω χτυπήσει ή έχω χτυπημένο
έχεις χτυπήσει ή έχεις χτυπημένο
έχει χτυπήσει ή έχει χτυπημένο
έχουμε χτυπήσει ή έχουμε χτυπημένο
έχετε χτυπήσει ή έχετε χτυπημένο
έχουν χτυπήσει ή έχουν χτυπημένο
να έχω χτυπήσει ή να έχω χτυπημένο
να έχεις χτυπήσει ή να έχεις χτυπημένο
να έχει χτυπήσει ή να έχει χτυπημένο
να έχουμε χτυπήσει ή να έχουμε χτυπημένο
να έχετε χτυπήσει ή να έχετε χτυπημένο
να έχουν χτυπήσει ή να έχουν χτυπημένο
είχα χτυπήσει ή είχα χτυπημένο
είχες χτυπήσει ή είχες χτυπημένο
είχε χτυπήσει ή είχε χτυπημένο
είχαμε χτυπήσει  ή είχαμε χτυπημένο
είχατε χτυπήσει ή είχατε χτυπημένο
είχαν χτυπήσει ή είχαν(ε) χτυπημένο
να είχα χτυπήσει  ή να είχα χτυπημένο
να είχες χτυπήσει ή να είχες χτυπημένο
να είχε χτυπήσει  ή να είχε χτυπημένο
να είχαμε χτυπήσει ή να είχαμε χτυπημένο
να είχατε χτυπήσει ή να είχατε χτυπημένο
να είχαν χτυπήσει ή να είχαν(ε) χτυπημένο
θα έχω χτυπήσει ή θα έχω χτυπημένο
θα έχεις χτυπήσει ή θα έχεις χτυπημένο
θα έχει χτυπήσει ή θα έχει χτυπημένο
θα έχουμε χτυπήσει ή θα έχουμε χτυπημένο
θα έχετε χτυπήσει ή θα έχετε χτυπημένο
θα έχουν χτυπήσει ή θα έχουν(ε) χτυπημένο

Β΄ συζυγία, α’ τάξη, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
χτυπ-ιέμαι
χτυπ-ιέσαι
χτυπ-ιέται
χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
να χτυπ-ιέμαι
να χτυπ-ιέσαι
να χτυπ-ιέται
να χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
χτυπ-ιόμουν(α)
χτυπ-ιόσουν(α)
χτυπ-ιόταν(ε)
χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε)
χτυπ-ιόντουσαν
να χτυπ-ιόμουν(α)
να χτυπ-ιόσουν(α)
να χτυπ-ιόταν(ε)
να χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε)
ή χτυπ-ιόντουσαν
θα χτυπ-ιέμαι
θα χτυπ-ιέσαι
θα χτυπ-ιέται
θα χτυπ-ιόμαστε
θα χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
θα χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
χτυπ-ήθηκα
χτύπ-ήθηκες
χτύπ-ήθηκε
χτυπ-ηθήκαμε
χτυπ-ηθήκατε
χτύπ-ήθηκαν ή χτυπ-ηθήκανε
να χτυπ-ηθώ
να χτυπ-ηθείς
να χτυπ-ηθεί
να χτυπ-ηθούμε
να χτυπ-ηθείτε
να χτυπ-ηθούν(ε)
χτυπ-ήσου

χτυπ-ηθείτε

χτυπ-ηθεί
θα χτυπ-ηθώ
θα χτυπ-ηθείς
θα χτυπ-ηθεί
θα χτυπ-ηθούμε
θα χτυπ-ηθείτε
θα χτυπ-ηθούν(ε)
έχω χτυπηθεί ή είμαι χτυπημένος, η, ο
έχεις χτυπηθεί ή είσαι χτυπημένος, η, ο
έχει χτυπηθεί ή είναι χτυπημένος, η, ο
έχουμε χτυπηθεί ή είμαστε χτυπημένοι, ες, α
έχετε χτυπηθεί ή είστε χτυπημένοι, ες, α
έχουν χτυπηθεί ή είναι χτυπημένοι, ες, α
να έχω χτυπηθεί ή να είμαι χτυπημένος, η, ο
να έχεις χτυπηθεί ή να είσαι χτυπημένος, η, ο
να έχει χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένος, η, ο
να έχουμε χτυπηθεί ή να είμαστε χτυπημένοι, ες, α
να έχετε χτυπηθεί ή να είστε χτυπημένοι, ες, α
να έχουν χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένοι, ες, α
χτυπημένος, η, ο
είχα χτυπηθεί ή ήμουν χτυπημένος, η, ο
είχες χτυπηθεί ή ήσουν χτυπημένος, η, ο
είχε χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένος, η, ο
είχαμε χτυπηθεί ή ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
είχατε χτυπηθεί ή ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
είχαν χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένοι, ες, α
να είχα χτυπηθεί ή να ήμουν χτυπημένος, η, ο
να είχες χτυπηθεί ή να ήσουν χτυπημένος, η, ο
να είχε χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένος, η, ο
να είχαμε χτυπηθεί ή να ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχατε χτυπηθεί ή να ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχαν χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένοι, ες, α
θα έχω χτυπηθεί ή θα είμαι χτυπημένος, η, ο
θα έχεις χτυπηθεί ή θα είσαι χτυπημένος, η, ο
θα έχει χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένος, η, ο
θα έχουμε χτυπηθεί ή θα είμαστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχετε χτυπηθεί ή θα είστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχουν χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένοι, ες, α

Β΄ συζυγία, β’ τάξη, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
θεωρ-ώ
θεωρ-είς
θεωρ-εί
θεωρ-ούμε
θεωρ-είτε
θεωρ-ούν(ε)
να θεωρ-ώ
να θεωρ-είς
να θεωρ-εί
να θεωρ-ούμε
να θεωρ-είτε
να θεωρ-ούν(ε)

θεωρ-είτε

θεωρ-ώντας
θεωρ-ούσα
θεωρ-ούσες
θεωρ-ούσε
θεωρ-ούσαμε
θεωρ-ούσατε
θεωρ-ούσαν
να θεωρ-ούσα
να θεωρ-ούσες
να θεωρ-ούσε
να θεωρ-ούσαμε
να θεωρ-ούσατε
να θεωρ-ούσαν
θα θεωρ-ώ
θα θεωρ-είς
θα θεωρ-εί
θα θεωρ-ούμε
θα θεωρ-είτε
θα θεωρ-ούν(ε)
θεώρ-ησα
θεώρ-ησες
θεώρ-ησε
θεωρ-ήσαμε
θεωρ-ήσατε
θεώρ-ησαν ή θεωρ-ήσανε
να θεωρ-ήσω
να θεωρ-ήσεις
να θεωρ-ήσει
να θεωρ-ήσουμε
να θεωρ-ήσετε
να θεωρ-ήσουν(ε)
θεώρ-ησε

θεωρ-ήστε

θεωρ-ήσει
θα θεωρ-ήσω
θα θεωρ-ήσεις
θα θεωρ-ήσει
θα θεωρ-ήσουμε
θα θεωρ-ήσετε
θα θεωρ-ήσουν(ε)
έχω θεωρήσει ή έχω θεωρημένο
έχεις θεωρήσει ή έχεις θεωρημένο
έχει θεωρήσει ή έχει θεωρημένο
έχουμε θεωρήσει ή έχουμε θεωρημένο
έχετε θεωρήσει ή έχετε θεωρημένο
έχουν θεωρήσει ή έχουν θεωρημένο
να έχω θεωρήσει ή να έχω θεωρημένο
να έχεις θεωρήσει ή να έχεις θεωρημένο
να έχει θεωρήσει ή να έχει θεωρημένο
να έχουμε θεωρήσει ή να έχουμε θεωρημένο
να έχετε θεωρήσει ή να έχετε θεωρημένο
να έχουν θεωρήσει ή να έχουν θεωρημένο
είχα θεωρήσει ή είχα θεωρημένο
είχες θεωρήσει ή είχες θεωρημένο
είχε θεωρήσει ή είχε θεωρημένο
είχαμε θεωρήσει ή είχαμε θεωρημένο
είχατε θεωρήσει ή είχατε θεωρημένο
είχαν θεωρήσει ή είχαν(ε) θεωρημένο
να είχα θεωρήσει ή να είχα θεωρημένο
να είχες θεωρήσει ή να είχες θεωρημένο
να είχε θεωρήσει ή να είχε θεωρημένο
να είχαμε θεωρήσει ή να είχαμε θεωρημένο
να είχατε θεωρήσει ή να είχατε θεωρημένο
να είχαν θεωρήσει ή να είχαν(ε) θεωρημένο
θα έχω θεωρήσει ή θα έχω θεωρημένο
θα έχεις θεωρήσει ή θα έχεις θεωρημένο
θα έχει θεωρήσει ή θα έχει θεωρημένο
θα έχουμε θεωρήσει ή θα έχουμε θεωρημένο
θα έχετε θεωρήσει ή θα έχετε θεωρημένο
θα έχουν θεωρήσει ή θα έχουν(ε) θεωρημένο

Β΄ συζυγία, β’ τάξη, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
θεωρ-ούμαι
θεωρ-είσαι
θεωρ-είται
θεωρ-ούμαστε
θεωρ-είστε
θεωρ-ούνται
να θεωρ-ούμαι
να θεωρ-είσαι
να θεωρ-είται
να θεωρ-ούμαστε
να θεωρ-είστε
να θεωρ-ούνται
θεωρ-ούμουν(α)
θεωρ-ούσουν(α)
θεωρ-ούνταν(ε)
θεωρ-ούμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
θεωρ-ούσαστανή θεωρ-ιόσαστε
θεωρ-ούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν
να θεωρ-ιόμουν(α)
να θεωρ-ιόσουν(α)
να θεωρ-ιόταν(ε)
να θεωρ-ιόμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
να θεωρ-ιόσασταν ή θεωρ-ιόσαστε
να θεωρ-ιούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε)
ή θεωρ-ιόντουσαν
θα θεωρ-ούμαι
θα θεωρ-είσαι
θα θεωρ-είται
θα θεωρ-ούμαστε
θα θεωρ-είστε
θα θεωρ-ούνται
θεωρ-ήθηκα
θεωρ-ήθηκες
θεωρ-ήθηκε
θεωρ-ηθήκαμε
θεωρ-ηθήκατε
θεωρ-ήθηκαν ή θεωρ-ηθήκανε
να θεωρ-ηθώ
να θεωρ-ηθείς
να θεωρ-ηθεί
να θεωρ-ηθούμε
να θεωρ-ηθείτε
να θεωρ-ηθούν(ε)
θεωρ-ήσου

θεωρ-ηθείτε

θεωρ-ηθεί
θα θεωρ-ηθώ
θα θεωρ-ηθείς
θα θεωρ-ηθεί
θα θεωρ-ηθούμε
θα θεωρ-ηθείτε
θα θεωρ-ηθούν(ε)
έχω θεωρηθεί ή είμαι θεωρημένος, η, ο
έχεις θεωρηθεί ή είσαι θεωρημένος, η, ο
έχει θεωρηθεί ή είναι θεωρημένος, η, ο
έχουμε θεωρηθεί ή είμαστε θεωρημένοι, ες, α
έχετε θεωρηθεί ή είστε θεωρημένοι, ες, α
έχουν θεωρηθεί ή είναι θεωρημένοι, ες, α
να έχω θεωρηθεί ή να είμαι θεωρημένος, η, ο
να έχεις θεωρηθεί ή να είσαι θεωρημένος, η, ο
να έχει θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένος, η, ο
να έχουμε θεωρηθεί ή να είμαστε θεωρημένοι, ες, α
να έχετε θεωρηθεί ή να είστε θεωρημένοι, ες, α
να έχουν θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένοι, ες, α
θεωρημένος, η, ο
είχα θεωρηθεί ή ήμουν θεωρημένος, η, ο
είχες θεωρηθεί ή ήσουν θεωρημένος, η, ο
είχε θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένος, η, ο
είχαμε θεωρηθεί ή ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
είχατε θεωρηθεί ή ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
είχαν θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένοι, ες, α
να είχα θεωρηθεί ή να ήμουν θεωρημένος, η, ο
να είχες θεωρηθεί ή να ήσουν θεωρημένος, η, ο
να είχε θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένος, η, ο
να είχαμε θεωρηθεί ή να ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχατε θεωρηθεί ή να ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχαν θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένοι, ες, α
θα έχω θεωρηθεί ή θα είμαι θεωρημένος, η, ο
θα έχεις θεωρηθεί ή θα είσαι θεωρημένος, η, ο
θα έχει θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένος, η, ο
θα έχουμε θεωρηθεί ή θα είμαστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχετε θεωρηθεί ή θα είστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχουν θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένοι, ες, α

 

 

Πηγή: http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Theoria%20Nea/klisi-rimatos-NE.htm