Αρχείο

Έκθλιψη, αφαίρεση, αποκοπή – Γραμματική

Πηγή: https://www.slideshare.net

Advertisements

Η κλίση του ρήματος στα Νέα Ελληνικά

Α΄ συζυγία, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
λύν-ω
λύν-εις
λύν-ει
λύν-ουμεή λύν-ομε
λύν-ετε
λύν-ουν(ε)
να λύν-ω
να λύν-εις
να λύν-ει
να λύν-ουμε ή λύν-ομε
να λύν-ετε
να λύν-ουν(ε)
λύν-ε

λύν-ετε

λύν-οντας
έλυν-α
έλυν-ες
έλυν-ε
λύν-αμε
λύν-ατε
έλυν-αν / λύνανε
να έλυν-α
να έλυν-ες
να έλυν-ε
να λύν-αμε
να λύν-ατε
να έλυν-αν / λύνανε
θα λύν-ω
θα λύν-εις
θα λύν-ει
θα λύν-ουμε ή λύν-ομε
θα λύν-ετε
θα λύν-ουν(ε)
έλυσ-α
έλυσ-ες
έλυσ-ε
λύσ-αμε
λύσ-ατε
έλυσ-αν / λύσανε
να λύσ-ω
να λύσ-εις
να λύσ-ει
να λύσ-ουμε info
να λύσ-ετε
να λύσ-ουν(ε)
να έλυσ-α
να έλυσ-ες
να έλυσ-ε
να λύσ-αμε
να λύσ-ατε
να έλυσ-αν
λύσ-ε

λύ-στε

λύσ-ει
θα λύσ-ω
θα λύσ-εις
θα λύσ-ει
θα λύσ-ουμε ή λύσ-ομε
θα λύσ-ετε
θα λύσ-ουν(ε)
έχω λύσ-ει ή έχω λυμένο
έχεις λύσ-ει ή έχεις λυμένο
έχει λύσ-ει ή έχει λυμένο
έχουμε λύσ-ει ή έχουμε λυμένο
έχετε λύσ-ει ή έχετε λυμένο
έχουν λύσ-ει ή έχουν λυμένο
να έχω λύσ-ει ή να έχω λυμένο
να έχεις λύσ-ει ή να έχεις λυμένο
να έχει λύσ-ει ή να έχει λυμένο
να έχουμε λύσ-ει ή να έχουμε λυμένο
να έχετε λύσ-ει ή να έχετε λυμένο
να έχουν λύσ-ει ή να έχουν λυμένο
είχα λύσ-ει ή είχα λυμένο
είχες λύσ-ει ή είχες λυμένο
είχε λύσ-ει ή είχε λυμένο
είχαμε λύσ-ει ή είχαμε λυμένο
είχατε λύσ-ει ή είχατε λυμένο
είχαν λύσ-ει ή είχαν(ε) λυμένο
να είχα λύσ-ει ή να είχα λυμένο
να είχες λύσ-ει ή να είχες λυμένο
να είχε λύσ-ει ή να είχε λυμένο
να είχαμε λύσ-ει ή να είχαμε λυμένο
να είχατε λύσ-ει ή να είχατε λυμένο
να είχαν λύσ-ει ή να είχαν(ε) λυμένο
θα έχω λύσ-ει ή θα έχω λυμένο
θα έχεις λύσ-ει ή θα έχεις λυμένο
θα έχει λύσ-ει ή θα έχει λυμένο
θα έχουμε λύσ-ει ή θα έχουμε λυμένο
θα έχετε λύσ-ει ή θα έχετε λυμένο
θα έχουν λύσ-ει ή θα έχουν(ε) λυμένο

Α’ συζυγία, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
λύν-ομαι
λύν-εσαι
λύν-εται
λυν-όμαστε
λύν-εστε ή λυν-όσαστε
λύν-ονται
να λύν-ομαι
να λύν-εσαι
να λύν-εται
να λύν-όμαστε
να λύν-εστε ή να λυν-όσαστε
να λύν-ονται
(λύν-ου)

(λύν-εστε)

λυν-όμουν (α)
λυν-όσουν(α)
λυν-όταν(ε)
λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
να λυν-όμουν(α)
να λυν-όσουν(α)
να λυν-όταν(ε)
να λυν-όμασταν ή λυν-όμαστε
να λυν-όσασταν ή λυν-όσαστε
να λύν-ονταν ή λυν-όντουσαν
θα λύν-ομαι
θα λύν-εσαι
θα λύν-εται
θα λυν-όμαστε
θα λύν-εστε ή λυν-όσαστε
θα λύν-ονται
λύ-θη-κα
λύ-θη-κες
λύ-θη-κε
λυ-θή-καμε
λυ-θή-κατε
λύ-θη-καν(ε)
να λυθ-ώ
να λυθ-είς
να λυθ-εί
να λυθ-ούμε
να λυθ-είτε
να λυθ-ούν(ε)
λύσ-ου

λυ-θείτε

λυ-θεί
θα λυθ-ώ
θα λυθ-είς
θα λυθ-εί
θα λυθ-ούμε
θα λυθ-είτε
θα λυθ-ούν(ε)
έχω λυ-θεί ή είμαι λυμένος, η, ο
έχεις λυ-θεί ή είσαι λυμένος, η, ο
έχει λυ-θεί ή είναι λυμένος, η, ο
έχουμε λυ-θεί ή είμαστε λυμένοι, ες, α
έχετε λυ-θεί ή είστε λυμένοι, ες, α
έχουν λυ-θεί ή είναι λυμένοι, ες, α
να έχω λυ-θεί ή να είμαι λυμένος, η, ο
να έχεις λυ-θεί ή να είσαι λυμένος, η, ο
να έχει λυ-θεί ή να είναι λυμένος, η, ο
να έχουμε λυ-θεί ή να είμαστε λυμένοι, ες, α
να έχετε λυ-θεί ή να είστε λυμένοι, ες, α
να έχουν λυ-θεί  ή να είναι λυμένοι, ες, α
λυμένος, η, ο
είχα λυ-θεί ή ήμουν λυμένος, η, ο
είχες λυ-θεί ή ήσουν λυμένος, η, ο
είχε λυ-θεί ή ήταν λυμένος, η, ο
είχαμε λυ-θεί ή ήμασταν λυμένοι, ες, α
είχατε λυ-θεί ή ήσασταν λυμένοι, ες, α
είχαν λυ-θεί ή ήταν λυμένοι, ες, α
να είχα λυ-θεί ή να ήμουν(α) λυμένος, η, ο
να είχες λυ-θεί ή να ήσουν(α) λυμένος, η, ο
να είχε λυ-θεί ή να ήταν λυμένος, η, ο
να είχαμε λυ-θεί ή να ήμαστε λυμένοι, ες, α
να είχατε λυ-θεί ή να ήσαστε λυμένοι, ες, α
να είχαν λυ-θείή να ήταν λυμένοι, ες, α
θα έχω λυ-θεί ή θα ήμουν λυμένος, η, ο
θα έχεις λυ-θεί ή θα ήσουν λυμένος, η, ο
θα έχει λυ-θεί ή θα ήταν λυμένος, η, ο
θα έχουμε λυ-θεί ή θα ήμασταν λυμένοι, ες, α
θα έχετε λυ-θεί ή θα ήσασταν λυμένοι, ες, α
θα έχουν λυ-θεί ή θα ήταν λυμένοι, ες, α

Β΄ συζυγία, α’ τάξη, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
χτυπ-ώή χτυπάω
χτυπ-άς
χτυπ-άή χτυπάει
χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
χτυπ-άτε
χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
να χτυπ-ώή χτυπάω
να χτυπ-άς
να χτυπ-ά ή χτυπάι
να χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
να χτυπ-άτε
να χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
χτύπ-α

χτυπ-άτε

χτυπ-ώντας
χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
να χτυπ-ούσα ή χτύπ-αγα
να χτυπ-ούσες ή χτύπ-αγες
να χτυπ-ούσε ή χτύπ-αγε
να χτυπ-ούσαμε ή χτυπ-άγαμε
να χτυπ-ούσατε ή χτυπ-άγατε
να χτυπ-ούσαν ή χτύπ-αγαν(ε)
θα χτυπ-ώ ή χτυπάω
θα χτυπ-άς
θα χτυπ-ά ή χτυπάει
θα χτυπ-άμε ή χτυπ-ούμε
θα χτυπ-άτε
θα χτυπ-ούν(ε) ή χτυπ-άν(ε)
χτύπ-ησα
χτύπ-ησες
χτύπ-ησε
χτυπ-ήσαμε
χτυπ-ήσατε
χτύπ-ησαν ή χτυπ-ήσανε
να χτυπ-ήσω
να χτυπ-ήσεις
να χτυπ-ήσει
να χτυπ-ήσουμε
να χτυπ-ήσετε
να χτυπ-ήσουν(ε)
χτύπ-ησε

χτυπ-ήστε

χτυπ-ήσει
θα χτυπ-ήσω
θα χτυπ-ήσεις
θα χτυπ-ήσει
θα χτυπ-ήσουμε
θα χτυπ-ήσετε
θα χτυπ-ήσουν(ε)
έχω χτυπήσει ή έχω χτυπημένο
έχεις χτυπήσει ή έχεις χτυπημένο
έχει χτυπήσει ή έχει χτυπημένο
έχουμε χτυπήσει ή έχουμε χτυπημένο
έχετε χτυπήσει ή έχετε χτυπημένο
έχουν χτυπήσει ή έχουν χτυπημένο
να έχω χτυπήσει ή να έχω χτυπημένο
να έχεις χτυπήσει ή να έχεις χτυπημένο
να έχει χτυπήσει ή να έχει χτυπημένο
να έχουμε χτυπήσει ή να έχουμε χτυπημένο
να έχετε χτυπήσει ή να έχετε χτυπημένο
να έχουν χτυπήσει ή να έχουν χτυπημένο
είχα χτυπήσει ή είχα χτυπημένο
είχες χτυπήσει ή είχες χτυπημένο
είχε χτυπήσει ή είχε χτυπημένο
είχαμε χτυπήσει  ή είχαμε χτυπημένο
είχατε χτυπήσει ή είχατε χτυπημένο
είχαν χτυπήσει ή είχαν(ε) χτυπημένο
να είχα χτυπήσει  ή να είχα χτυπημένο
να είχες χτυπήσει ή να είχες χτυπημένο
να είχε χτυπήσει  ή να είχε χτυπημένο
να είχαμε χτυπήσει ή να είχαμε χτυπημένο
να είχατε χτυπήσει ή να είχατε χτυπημένο
να είχαν χτυπήσει ή να είχαν(ε) χτυπημένο
θα έχω χτυπήσει ή θα έχω χτυπημένο
θα έχεις χτυπήσει ή θα έχεις χτυπημένο
θα έχει χτυπήσει ή θα έχει χτυπημένο
θα έχουμε χτυπήσει ή θα έχουμε χτυπημένο
θα έχετε χτυπήσει ή θα έχετε χτυπημένο
θα έχουν χτυπήσει ή θα έχουν(ε) χτυπημένο

Β΄ συζυγία, α’ τάξη, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
χτυπ-ιέμαι
χτυπ-ιέσαι
χτυπ-ιέται
χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
να χτυπ-ιέμαι
να χτυπ-ιέσαι
να χτυπ-ιέται
να χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
χτυπ-ιόμουν(α)
χτυπ-ιόσουν(α)
χτυπ-ιόταν(ε)
χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε)
χτυπ-ιόντουσαν
να χτυπ-ιόμουν(α)
να χτυπ-ιόσουν(α)
να χτυπ-ιόταν(ε)
να χτυπ-ιόμασταν ή χτυπ-ιόμαστε
να χτυπ-ιόσασταν ή χτυπ-ιόσαστε
να χτυπ-ιούνταν(ε) ή χτυπ-ιόνταν(ε)
ή χτυπ-ιόντουσαν
θα χτυπ-ιέμαι
θα χτυπ-ιέσαι
θα χτυπ-ιέται
θα χτυπ-ιόμαστε
θα χτυπ-ιέστε ή χτυπ-ιόσαστε
θα χτυπ-ιούνται ή χτυπ-ιόνται
χτυπ-ήθηκα
χτύπ-ήθηκες
χτύπ-ήθηκε
χτυπ-ηθήκαμε
χτυπ-ηθήκατε
χτύπ-ήθηκαν ή χτυπ-ηθήκανε
να χτυπ-ηθώ
να χτυπ-ηθείς
να χτυπ-ηθεί
να χτυπ-ηθούμε
να χτυπ-ηθείτε
να χτυπ-ηθούν(ε)
χτυπ-ήσου

χτυπ-ηθείτε

χτυπ-ηθεί
θα χτυπ-ηθώ
θα χτυπ-ηθείς
θα χτυπ-ηθεί
θα χτυπ-ηθούμε
θα χτυπ-ηθείτε
θα χτυπ-ηθούν(ε)
έχω χτυπηθεί ή είμαι χτυπημένος, η, ο
έχεις χτυπηθεί ή είσαι χτυπημένος, η, ο
έχει χτυπηθεί ή είναι χτυπημένος, η, ο
έχουμε χτυπηθεί ή είμαστε χτυπημένοι, ες, α
έχετε χτυπηθεί ή είστε χτυπημένοι, ες, α
έχουν χτυπηθεί ή είναι χτυπημένοι, ες, α
να έχω χτυπηθεί ή να είμαι χτυπημένος, η, ο
να έχεις χτυπηθεί ή να είσαι χτυπημένος, η, ο
να έχει χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένος, η, ο
να έχουμε χτυπηθεί ή να είμαστε χτυπημένοι, ες, α
να έχετε χτυπηθεί ή να είστε χτυπημένοι, ες, α
να έχουν χτυπηθεί ή να είναι χτυπημένοι, ες, α
χτυπημένος, η, ο
είχα χτυπηθεί ή ήμουν χτυπημένος, η, ο
είχες χτυπηθεί ή ήσουν χτυπημένος, η, ο
είχε χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένος, η, ο
είχαμε χτυπηθεί ή ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
είχατε χτυπηθεί ή ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
είχαν χτυπηθεί ή ήταν χτυπημένοι, ες, α
να είχα χτυπηθεί ή να ήμουν χτυπημένος, η, ο
να είχες χτυπηθεί ή να ήσουν χτυπημένος, η, ο
να είχε χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένος, η, ο
να είχαμε χτυπηθεί ή να ήμασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχατε χτυπηθεί ή να ήσασταν χτυπημένοι, ες, α
να είχαν χτυπηθεί ή να ήταν χτυπημένοι, ες, α
θα έχω χτυπηθεί ή θα είμαι χτυπημένος, η, ο
θα έχεις χτυπηθεί ή θα είσαι χτυπημένος, η, ο
θα έχει χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένος, η, ο
θα έχουμε χτυπηθεί ή θα είμαστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχετε χτυπηθεί ή θα είστε χτυπημένοι, ες, α
θα έχουν χτυπηθεί ή θα είναι χτυπημένοι, ες, α

Β΄ συζυγία, β’ τάξη, Ενεργητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
θεωρ-ώ
θεωρ-είς
θεωρ-εί
θεωρ-ούμε
θεωρ-είτε
θεωρ-ούν(ε)
να θεωρ-ώ
να θεωρ-είς
να θεωρ-εί
να θεωρ-ούμε
να θεωρ-είτε
να θεωρ-ούν(ε)

θεωρ-είτε

θεωρ-ώντας
θεωρ-ούσα
θεωρ-ούσες
θεωρ-ούσε
θεωρ-ούσαμε
θεωρ-ούσατε
θεωρ-ούσαν
να θεωρ-ούσα
να θεωρ-ούσες
να θεωρ-ούσε
να θεωρ-ούσαμε
να θεωρ-ούσατε
να θεωρ-ούσαν
θα θεωρ-ώ
θα θεωρ-είς
θα θεωρ-εί
θα θεωρ-ούμε
θα θεωρ-είτε
θα θεωρ-ούν(ε)
θεώρ-ησα
θεώρ-ησες
θεώρ-ησε
θεωρ-ήσαμε
θεωρ-ήσατε
θεώρ-ησαν ή θεωρ-ήσανε
να θεωρ-ήσω
να θεωρ-ήσεις
να θεωρ-ήσει
να θεωρ-ήσουμε
να θεωρ-ήσετε
να θεωρ-ήσουν(ε)
θεώρ-ησε

θεωρ-ήστε

θεωρ-ήσει
θα θεωρ-ήσω
θα θεωρ-ήσεις
θα θεωρ-ήσει
θα θεωρ-ήσουμε
θα θεωρ-ήσετε
θα θεωρ-ήσουν(ε)
έχω θεωρήσει ή έχω θεωρημένο
έχεις θεωρήσει ή έχεις θεωρημένο
έχει θεωρήσει ή έχει θεωρημένο
έχουμε θεωρήσει ή έχουμε θεωρημένο
έχετε θεωρήσει ή έχετε θεωρημένο
έχουν θεωρήσει ή έχουν θεωρημένο
να έχω θεωρήσει ή να έχω θεωρημένο
να έχεις θεωρήσει ή να έχεις θεωρημένο
να έχει θεωρήσει ή να έχει θεωρημένο
να έχουμε θεωρήσει ή να έχουμε θεωρημένο
να έχετε θεωρήσει ή να έχετε θεωρημένο
να έχουν θεωρήσει ή να έχουν θεωρημένο
είχα θεωρήσει ή είχα θεωρημένο
είχες θεωρήσει ή είχες θεωρημένο
είχε θεωρήσει ή είχε θεωρημένο
είχαμε θεωρήσει ή είχαμε θεωρημένο
είχατε θεωρήσει ή είχατε θεωρημένο
είχαν θεωρήσει ή είχαν(ε) θεωρημένο
να είχα θεωρήσει ή να είχα θεωρημένο
να είχες θεωρήσει ή να είχες θεωρημένο
να είχε θεωρήσει ή να είχε θεωρημένο
να είχαμε θεωρήσει ή να είχαμε θεωρημένο
να είχατε θεωρήσει ή να είχατε θεωρημένο
να είχαν θεωρήσει ή να είχαν(ε) θεωρημένο
θα έχω θεωρήσει ή θα έχω θεωρημένο
θα έχεις θεωρήσει ή θα έχεις θεωρημένο
θα έχει θεωρήσει ή θα έχει θεωρημένο
θα έχουμε θεωρήσει ή θα έχουμε θεωρημένο
θα έχετε θεωρήσει ή θα έχετε θεωρημένο
θα έχουν θεωρήσει ή θα έχουν(ε) θεωρημένο

Β΄ συζυγία, β’ τάξη, Παθητική φωνή

Οριστική Υποτακτική Προστακτική Απαρέμφατο Μετοχή
θεωρ-ούμαι
θεωρ-είσαι
θεωρ-είται
θεωρ-ούμαστε
θεωρ-είστε
θεωρ-ούνται
να θεωρ-ούμαι
να θεωρ-είσαι
να θεωρ-είται
να θεωρ-ούμαστε
να θεωρ-είστε
να θεωρ-ούνται
θεωρ-ούμουν(α)
θεωρ-ούσουν(α)
θεωρ-ούνταν(ε)
θεωρ-ούμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
θεωρ-ούσαστανή θεωρ-ιόσαστε
θεωρ-ούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε) ή θεωρ-ιόντουσαν
να θεωρ-ιόμουν(α)
να θεωρ-ιόσουν(α)
να θεωρ-ιόταν(ε)
να θεωρ-ιόμασταν ή θεωρ-ιόμαστε
να θεωρ-ιόσασταν ή θεωρ-ιόσαστε
να θεωρ-ιούνταν(ε) ή θεωρ-ιόνταν(ε)
ή θεωρ-ιόντουσαν
θα θεωρ-ούμαι
θα θεωρ-είσαι
θα θεωρ-είται
θα θεωρ-ούμαστε
θα θεωρ-είστε
θα θεωρ-ούνται
θεωρ-ήθηκα
θεωρ-ήθηκες
θεωρ-ήθηκε
θεωρ-ηθήκαμε
θεωρ-ηθήκατε
θεωρ-ήθηκαν ή θεωρ-ηθήκανε
να θεωρ-ηθώ
να θεωρ-ηθείς
να θεωρ-ηθεί
να θεωρ-ηθούμε
να θεωρ-ηθείτε
να θεωρ-ηθούν(ε)
θεωρ-ήσου

θεωρ-ηθείτε

θεωρ-ηθεί
θα θεωρ-ηθώ
θα θεωρ-ηθείς
θα θεωρ-ηθεί
θα θεωρ-ηθούμε
θα θεωρ-ηθείτε
θα θεωρ-ηθούν(ε)
έχω θεωρηθεί ή είμαι θεωρημένος, η, ο
έχεις θεωρηθεί ή είσαι θεωρημένος, η, ο
έχει θεωρηθεί ή είναι θεωρημένος, η, ο
έχουμε θεωρηθεί ή είμαστε θεωρημένοι, ες, α
έχετε θεωρηθεί ή είστε θεωρημένοι, ες, α
έχουν θεωρηθεί ή είναι θεωρημένοι, ες, α
να έχω θεωρηθεί ή να είμαι θεωρημένος, η, ο
να έχεις θεωρηθεί ή να είσαι θεωρημένος, η, ο
να έχει θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένος, η, ο
να έχουμε θεωρηθεί ή να είμαστε θεωρημένοι, ες, α
να έχετε θεωρηθεί ή να είστε θεωρημένοι, ες, α
να έχουν θεωρηθεί ή να είναι θεωρημένοι, ες, α
θεωρημένος, η, ο
είχα θεωρηθεί ή ήμουν θεωρημένος, η, ο
είχες θεωρηθεί ή ήσουν θεωρημένος, η, ο
είχε θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένος, η, ο
είχαμε θεωρηθεί ή ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
είχατε θεωρηθεί ή ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
είχαν θεωρηθεί ή ήταν θεωρημένοι, ες, α
να είχα θεωρηθεί ή να ήμουν θεωρημένος, η, ο
να είχες θεωρηθεί ή να ήσουν θεωρημένος, η, ο
να είχε θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένος, η, ο
να είχαμε θεωρηθεί ή να ήμασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχατε θεωρηθεί ή να ήσασταν θεωρημένοι, ες, α
να είχαν θεωρηθεί ή να ήταν θεωρημένοι, ες, α
θα έχω θεωρηθεί ή θα είμαι θεωρημένος, η, ο
θα έχεις θεωρηθεί ή θα είσαι θεωρημένος, η, ο
θα έχει θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένος, η, ο
θα έχουμε θεωρηθεί ή θα είμαστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχετε θεωρηθεί ή θα είστε θεωρημένοι, ες, α
θα έχουν θεωρηθεί ή θα είναι θεωρημένοι, ες, α

 

 

Πηγή: http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/Theoria%20Nea/klisi-rimatos-NE.htm

Γραμματική – Παθητική και ενεργητική φωνή των ρημάτων

 

Τα ρήματα χωρίζονται σε δύο ομάδες που λέγονται φωνές, την ενεργητική και την παθητική και ανάλογα κλίνονται. 

Ενεργητική φωνή: Σ’ αυτήν ανήκουν τα ρήματα που φανερώνουν ότι κάποιος ενεργεί (δηλαδή, η πράξη που γίνεται στη φωνή αυτή πηγαίνει σε κάποιον άλλον ή κάπου αλλού) και τελειώνουν στο α’ ενικό πρόσωπο του ενεστώτα σε –ω, π.χ. γεμίζω, πηδώ.

Μπορούν να τελειώνουν σε «–ω», σε «–άω» ή σε «–ώ» (ωμέγα με τόνο). Στον ενικό αριθμό, στο α΄ πρόσωπο, όταν δηλαδή μπροστά από το ρήμα μπαίνει (ή εννοείται) η λέξη
«εγώ», το ρήμα γράφεται ΠΑΝΤΑ με «–ω» (ωμέγα).

Π.χ. παίζω, αγαπάω, μπορώ κλπ.
Στον ενικό αριθμό, στο β΄ και γ΄ πρόσωπο, όταν δηλαδή μπροστά από το ρήμα μπαίνει (ή
εννοείται) η λέξη «εσύ», «αυτός», «αυτή», «αυτό», όταν ακούμε τον ήχο «ι» γράφουμε
ΠΑΝΤΑ «–ει» (έψιλον γιώτα).
Π.χ. (εσύ) βλέπεις, (εσύ) έχεις διαβάσει, (αυτός) μιλάει, (αυτή) ακούει, (αυτό) καίει κλπ.
Στα ρήματα της ενεργητικής φωνής, όταν ακούμε τον ήχο «ε» γράφουμε ΠΑΝΤΑ «–ε»
(έψιλον).
Π.χ. φύγε, ελάτε, παίζατε, θα διαβάσουμε κλπ.

Θυμήσου: Οι παραπάνω κανόνες ισχύουν για όλους τους χρόνους των ρημάτων τηςενεργητικής φωνής. Γράφουμε δηλαδή την κατάληξη με «ω», «ει», «ε» ανάλογα με το
πρόσωπο που μιλάει κάθε φορά.
Π.χ. εγώ τρέχω, εσύ θα συνεχίσεις, εμείς διαβάσαμε, εσείς ακούσατε, αυτοί τρώνε κλπ.

Δεν είναι τόσο πολύπλοκο όσο ακούγεται! Για να γίνει πιο κατανοητό, θα κλίνουμε ένα ρήμα από κάθε κατηγορία στον ενεστώτα. Διάβασε και παρατήρησε!
-ω -άω -ώ

Ενικός αριθμός
εγώ παίζω αγαπάω μπορώ
εσύ παίζεις αγαπάς μπορείς
αυτός-αυτή-αυτό παίζει αγαπάει & αγαπά μπορεί

Πληθυντικός αριθμός
εμείς παίζουμε αγαπάμε μπορούμε
εσείς παίζετε αγαπάτε μπορείτε
αυτοί-αυτές-αυτά παίζουν (ε) αγαπάνε & αγαπούν (ε) μπορούν (ε)

Μελετάω τα παραδείγματα και βάζω σε κύκλο την κατάληξη των ρημάτων. Στη συνέχεια την αιτιολογώ.

1. Ταξιδεύω με το τρένο και κοιτάζω τη θέα.
2. Μην τρέχεις γιατί θα πέσεις!
3. Ο Γιάννης διάβασε όλα τα μαθήματα.
4. Μπήκαμε στην τάξη βιαστικά.
5. Εσείς βλέπετε κάθε μέρα τηλεόραση;
6. Τα παιδιά τρώνε πρωινό στις οκτώ η ώρα.
7. Κολυμπάτε καλά;
8. Θα τον ρωτήσω και θα σου απαντήσω αύριο.
9. Βλέπω τον αγώνα κάθε Κυριακή.
10. Τα παιδιά αγαπάνε τη γιαγιά.


Συμπλήρωσε τις καταλήξεις των ρημάτων στις παρακάτω προτάσεις.

1. Για να φτιάξ___ς την πίτα, βράζ___ς τραχανά σε μέτρια φωτιά για 20 λεπτά.
2. Ανακατεύετ___ συνέχεια το φαγητό για να μην κολλήσ___ στην κατσαρόλα.
3. Μην ξεχάσετ___ να προσθέσετ___ την ντομάτα. Ρίχνετ___ λάδι, πιπέρι και αλάτι.
4. Χτυπάτ___ 2 αυγά, ρίχνοντας σιγά σιγά το λεμόνι.
5. Ψήνετ___ στους 200 βαθμούς για 20 λεπτά.
6. Ελέγχετ___ συχνά το φαγητό σας!
7. Μη βάλετ___ όλο το αλάτι από την αρχή.
8. Εγώ πάντα πασπαλίζ___ με πιπέρι, κόβ___ και σερβίρ___ αμέσως!
9. Σιγοβράζ___ς το κρέας. Πρέπ___ να γίνει πολύ μαλακό.
10. Μην ξεχάσετ___ να κόψετ___ μία σαλάτα εποχής.

Η παθητική φωνή

Τα ρήματα της παθητικής φωνής, στον ενεστώτα, τελειώνουν γενικά σε «–μαι».Μπορούν να τελειώνουν σε «–ομαι», «–ιέμαι», «–άμαι» και σπανιότερα σε «–ούμαι» ή «–ώμαι».
Π.χ. σκέφτομαι, κρατιέμαι, κοιμάμαι, περιποιούμαι, εγγυώμαι κλπ.

Στον ενικό αριθμό, στο α΄, β΄ & γ΄ πρόσωπο, όταν δηλαδή πριν από το ρήμα μπαίνει (ήεννοείται) η λέξη «εγώ», «εσύ», «αυτός, αυτή, αυτό», το ρήμα γράφεται ΠΑΝΤΑ με «αι»
(άλφα γιώτα).
Π.χ. εγώ κάθομαι, εσύ σκέφτεσαι, αυτός/αυτή/αυτό κοιμάται κλπ.
Στον πληθυντικό αριθμό, μόνο στο γ΄ πρόσωπο, όταν δηλαδή μπροστά από το ρήμα μπαίνει (ή εννοείται) η λέξη «αυτοί, αυτές, αυτά», το ρήμα γράφεται με «αι» (άλφα
γιώτα).
Στο β΄ & γ΄ πρόσωπο, μετά το «εμείς» και «εσείς» βάζουμε «ε» (έψιλον).
Π.χ. αυτοί/αυτές/αυτά κάθονται ΑΛΛΑ, εμείς καθόμαστε, εσείς κάθεστε κλπ.

Θυμήσου: Ο κανόνας που μελετήσαμε ισχύει μόνο για τον ενεστώτα και τον εξακολουθητικό μέλλοντα. Σε όλους τους υπόλοιπους χρόνους, ακολουθούμε τον γενικό κανόνα των ρημάτων. Γράφουμε δηλαδή με «ω» (ωμέγα) όταν μπροστά μπαίνει το «εγώ» και γράφουμε με «-ε» (έψιλον) και «-ει» (έψιλον γιώτα) όταν ακούμε τους ήχους «ε» και «ι» αντίστοιχα. Δες το παρακάτω παράδειγμα και πρόσεξε την ορθογραφία των καταλήξεων.
Π.χ.
Α. Εγώ σήμερα ετοιμάζομαι (ενεστώτας).
Β. Εγώ αύριο θα ετοιμαστώ (στιγμιαίος μέλλοντας: ακούω «ο» και βάζω «–ω», ωμέγα).
Γ. Εγώ αύριο θα ετοιμάζομαι όλη μέρα (εξακολουθητικός μέλλοντας).
Δ. Έχω ετοιμαστεί εδώ και ώρα (παρακείμενος: ακούω τον ήχο «ι» και βάζω «–ει», έψιλον
γιώτα).

Ακολουθεί ένα παράδειγμα ώστε να το καταλάβεις καλύτερα. Κλίνουμε τρία ρήματα στον ενεστώτα. Διάβασε και παρατήρησε!
-ομαι -ιέμαι -άμαι

Ενικός αριθμός
εγώ σκέφτ-ομαι κρατ-ιέμαι κοιμ-άμαι
εσύ σκέφτ-εσαι κρατ-ιέσαι κοιμ-άσαι
αυτός-αυτή-αυτό σκέφτ-εται κρατ-ιέται κοιμ-άται

Πληθυντικός αριθμός
εμείς σκεφτ-όμαστε κρατ-ιόμαστε κοιμ-όμαστε
εσείς σκέφτ-εστε κρατ-ιέστε κοιμ-άστε
αυτοί-αυτές-αυτά σκέφτ-ονται κρατ-ιούνται κοιμ-ούνται
Προσέχω το βοηθητικό ρήμα είμαι

Το βοηθητικό ρήμα είμαι παίρνει, στον ενεστώτα τις καταλήξεις του ενεστώτα της παθητικής φωνής. Δες τον πίνακα που ακολουθεί και σύγκρινε τις καταλήξεις του ρήματος
σκέφτομαι και του ρήματος είμαι.

 Και τώρα μόνος σου!

Α. Συμπλήρωσε «ε» ή «αι» στις καταλήξεις των ρημάτων.
1. Μην το σκέφτεσ___ ! Πάρ___ αμέσως τηλέφωνο!
2. Κάθε μέρα η Ελένη σηκώνετ___ στις οκτώ το πρωί και σε μισή ώρα είν___ έτοιμη.
3. Ετοιμάζομ___ και έρχομ___ αμέσως! Αν αργήσω, φύγ___ !
4. Ελάτ___ γρήγορα και μπείτ___ προσεκτικά. Στην αίθουσα δεν ακούγετ___ το
παραμικρό!
5. Τα παιδιά είν___ εδώ, γιατί ενδιαφέροντ___ για τον αθλητισμό.
6. Ζεσταινόμαστ___ τόσο πολύ, που σκεφτόμαστ___ να πάμε στη θάλασσα.
7. Μαρία, πόση ώρα είσ___ εδώ;
8. Η μυρωδιά απλώνετ___ σε όλη την πολυκατοικία.
9. Αν μιλάμε όλοι δυνατά, δεν ακουγόμαστ__ καθόλου.
10. Εμείς παίζουμ____ σκάκι κάθε Κυριακή, όταν έρχοντ___ οι φίλοι μας.

Γράψε τις προτάσεις στον άλλο αριθμό:

1. Εγώ σκέφτομαι, λύνω και απαντώ.
Εμείς_____________________________________________________________________
2. Αυτός αγαπάει τα ζώα.
Αυτοί____________________________________________________________________
3. Εσύ ντύνεσαι γρήγορα και φεύγεις.
Εσείς_____________________________________________________________________
4. Εμείς χτενιζόμαστε κάθε μέρα.
Εγώ______________________________________________________________________
5. Αυτές έρχονται κάθε καλοκαίρι στην Ελλάδα.
Αυτή_____________________________________________________________________

Πηγή: Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Γενική Γραμματεία Δια βίου Μάθησης

Οι εγκλίσεις των ρημάτων-ανάλυση

Αποτέλεσμα εικόνας για εγκλισεισ γλωσσα

Πηγή εικόνας: http://blogs.sch.gr/epapas/

Αποτέλεσμα εικόνας για εγκλισεισ γλωσσα

Πηγή εικόνας: http://mathitesefkarpias.blogspot.gr/

Αποτέλεσμα εικόνας για εγκλισεισ γλωσσα

Πηγή εικόνας: https://www.slideshare.net/

Σχετική εικόνα

Πηγή εικόνας: https://www.slideshare.net/

Σχετική εικόνα

Πηγή εικόνας: http://slideplayer.gr/slide/

Παράδειγμα:

Σχετική εικόνα

Πηγή εικόνας: https://www.slideshare.net/iliasili/